Мифы на греческом языке

Мифы Эзопа с аудио

Индейские мифы с аудио

 

Индейские мифы

1   2

 

 

Πως δημιουργήθηκαν τα κουνούπια
 Ινδιάνικος Μύθος της φυλής Tlingit

Πριν πολλά πολλά χρόνια, υπήρχε ένας γίγαντας που του άρεσε να σκοτώνει ανθρώπους, να τους τρώει και να πίνει το αίμα τους. Οι άνθρωποι σκέφτηκαν ότι αν δεν απαλλαγούν από τον γίγαντα, δεν θα μείνει κανένας από το είδος τους πάνω στην γη. Έτσι συγκάλεσαν ένα μεγάλο συμβούλιο για να αποφασίσουν τι θα κάνουν.

Πολλά ειπώθηκαν σε αυτό το συμβούλιο, ώσπου ένας άντρας πήρε τον λόγο και είπε: «Νομίζω πως ξέρω πως θα σκοτώσω αυτό το τέρας». Θέλοντας να κάνει τα λόγια του πράξη, πήγε στο μέρος που είχε εμφανιστεί ο γίγαντας την τελευταία φορά, ξάπλωσε στο έδαφος και προσποιήθηκε τον νεκρό.

Σε λίγο, εμφανίστηκε ο γίγαντας στο μέρος αυτό, είδε τον ξαπλωμένο άντρα και είπε: «Αυτοί οι άνθρωποι με διευκολύνουν όλο και περισσότερο. Τώρα όχι μόνο δεν χρειάζεται να τους πιάνω για να τους σκοτώσω, αλλά έρχονται και πεθαίνουν κοντά μου, πιθανότατα από τον φόβο που έχουν για ‘μένα». Στην συνέχεια άγγιξε το σώμα του άντρα και συνέχισε τον μονόλογο του: «Α! Πολύ ωραία! Αυτός είναι ακόμα ζεστός και φρέσκος. Τι νόστιμο φαγητό θα κάνει! Δεν βλέπω την ώρα να ψήσω την καρδιά του» (Οι ανθρώπινες καρδιές ήταν η αγαπημένη λιχουδιά του γίγαντα).

Χωρίς καθυστέρηση, άρπαξε το σώμα του άντρα, το φορτώθηκε στον ώμο του, και ξεκίνησε για το σπίτι. Φτάνοντας εκεί, άφησε το «φαγητό» του στο πάτωμα και πήγε στο τζάκι να ανάψει φωτιά για να ξεκινήσει το μαγείρεμα. Βλέποντας όμως ότι δεν είχε ξύλα, βγήκε από το σπίτι για να μαζέψει μερικά.

Μόλις ο γίγαντας έφυγε, ο άντρας πετάχτηκε πάνω και άρπαξε ένα τεράστιο μαχαίρι που βρήκε δίπλα στο τζάκι. Ξαφνικά ο γιος του Γίγαντα, που είχε το ύψος ενός ανθρώπου, μπήκε στο δωμάτιο. Ο άντρας μην χάνοντας χρόνο, άρπαξε τον νεαρό γίγαντα και κόλλησε το μαχαίρι στο λαιμό του λέγοντας: «Πες μου, που έχει ο πατέρας σου την καρδιά του, αλλιώς θα σου κόψω τον λαιμό». Ο μικρός φοβισμένος του φανέρωσε ότι οι γίγαντες έχουν την καρδιά, στην αριστερή τους φτέρνα.

Μετά από λίγο το αριστερό πόδι του γίγαντα πρόβαλε στην πόρτα του σπιτιού. Ο άντρας, τότε, κάρφωσε γρήγορα το μαχαίρι στην φτέρνα του γίγαντα. Στριγγλίζοντας το τέρας έπεσε στο πάτωμα και καθώς ξεψυχούσε είπε στον άντρα: «Νομίζεις ότι με σκότωσες; Εγώ θα συνεχίσω να σας τρώω και να πίνω το αίμα σας για πάντα».

Ο θαρραλέος άντρας του απάντησε: «Νομίζεις! Θα φροντίσω ώστε να μην φας κανέναν πια». Και για να είναι βέβαιος ότι τα λόγια του θα βγουν αληθινά, έκοψε το σώμα του γίγαντα σε κομμάτια και τα έκαψε στην φωτιά. Στην συνέχεια πήρε τις στάχτες και τις σκόρπισε στον άνεμο.

Ξαφνικά, κάθε κομματάκι στάχτης μετατράπηκε σε κουνούπι. Το σύννεφο της στάχτης έγινε σύννεφο κουνουπιών και από αυτό ακούστηκε η φωνή του γίγαντα να λέει γελώντας: «Ναι! Θα τρώω τους ανθρώπους μέχρι το τέλος του κόσμου».

Και όπως το είπε ο γίγαντας έγινε. Ο άντρας ένιωσε ένα τσίμπημα καθώς ένα κουνούπι άρχισε να πίνει το αίμα του. Πολλά κουνούπια τον τσίμπησαν και ο άντρας άρχισε να ξύνεται.

 

 

Γιατί η κουκουβάγια έχει μεγάλα μάτια (Ινδιάνικος Μύθος)

Ο Δημιουργός των πάντων, ήταν απασχολημένος καθώς έφτιαχνε διάφορα ζώα. Είχε μόλις αρχίσει να φτιάχνει το κουνέλι, όταν αυτό του ζήτησε να του φτιάξει όμορφα μακριά πόδια, μακριά αυτιά σαν του ελαφιού, καθώς και αιχμηρά δόντια και νύχια σαν του πάνθηρα.

«Θα τα φτιάξω όπως μου ζητούν και θα τους δώσω ό,τι θέλουν» σκέφτηκε ο Δημιουργός και χωρίς να χάνει χρόνο, άρχισε να φτιάχνει τα μακριά αυτιά που του είχε ζητήσει το κουνέλι.

Η κουκουβάγια που ακόμη δεν είχε πάρει μορφή, καθόταν σε ένα δέντρο εκεί κοντά και περίμενε να έρθει η σειρά της. Καθώς περίμενε άρχισε να λέει στο Δημιουργό, τι μορφή θέλει να της δώσει: Ήθελε έναν όμορφο μακρύ λαιμό σαν του κύκνου, κόκκινα φτερά σαν του καρδινάλιου, μακρύ ράμφος σαν του τσικνιά κι ένα όμορφο λοφίο σαν του ερωδιού. Ήθελε γίνει το πιο όμορφο, το πιο γρήγορο και το πιο θαυμάσιο από όλα τα πουλιά!
Ο Δημιουργός φτιάχνοντας τα μακριά πόδια που του είχε ζητήσει το κουνέλι λέει στην κουκουβάγια

«Σςςςςς! Κάνε ησυχία επιτέλους. Γύρνα από την άλλη μεριά και κοίτα προς άλλη κατεύθυνση. Ακόμη καλύτερα κλείσε και τα μάτια σου. Δε ξέρεις ότι δεν επιτρέπεται να με κοιτάει κανείς όταν εργάζομαι;»

Η κουκουβάγια αντί να κάνει ότι  της είπε ο Δημιουργός, του αποκρίνεται
«Κανείς δε μπορεί να μου απαγορεύσει να κοιτάω. Κανείς δεν μπορεί να με διατάξει να κλείσω τα μάτια μου. Μου αρέσει να σε κοιτάω και δες… το κάνω αυτή τη στιγμή.»

Ο Δημιουργός θύμωσε πολύ με τα λόγια της κουκουβάγιας. Την άρπαξε και της έχωσε το λαιμό μέσα στο σώμα της. Την ταρακούνησε μέχρι που τα μάτια της έγιναν μεγάλα και τρομαγμένα. Τέλος την άρπαξε απ’τα αυτιά κάνοντάς τα να προεξέχουν από τις δύο πλευρές του κεφαλιού της.

«Ορίστε της είπε, αυτό θα σου γίνει μάθημα. Τώρα δε θα μπορείς να γυρίζεις το λαιμό σου για να βλέπεις πράγματα που δεν πρέπει. Έχεις μεγάλα αυτιά για να ακούς όταν κάποιος σου λέει ότι δεν πρέπει να κάνεις κάτι. Αν και έχεις μεγάλα μάτια δεν θα μπορείς να με βλέπεις αφού θα ξυπνάς μόνο την νύχτα. Όσο για τα φτερά σου δεν θα είναι κόκκινα σαν του καρδινάλιου αλλά γκρι.»

Και λέγοντας το τελευταίο, έτριψε όλο το σώμα της κουκουβάγιας με λάσπη. Όλα αυτά έγιναν ως τιμωρία για την ανυπακοή της.

Αφού τακτοποίησε το αυθάδικο πουλί ο Δημιουργός, γύρισε να ολοκληρώσει το κουνέλι, που είχε αφήσει στη μέση. Το κουνέλι όμως φοβήθηκε τόσο από το θυμό του Δημιουργού, που έφυγε τρέχοντας. Έτσι το κουνέλι έμεινε ανολοκλήρωτο με τα πίσω του πόδια μόνο να είναι μακριά και χωρίς τα αιχμηρά δόντια και νύχια που του είχε ζητήσει. Επίσης από το φόβο που ένοιωσε κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του, φοβάται μέχρι σήμερα σχεδόν τα πάντα. Είναι σίγουρο ότι αν δεν είχε τρέξει τότε, θα ήταν ένα τελείως διαφορετικό ζώο.

Όσο για την κουκουβάγια, έμεινε όπως την έφτιαξε ο Δημιουργός πάνω στο θυμό του. Με κοντό λαιμό, μεγάλα μάτια και αυτιά που προεξέχουν από τα πλάγια του κεφαλιού της. Και το κυριότερο; Κοιμάται όλη την ημέρα και ξυπνάει μόνο τα βράδια.

Источник

1   2

 

 

 

 

Греческий
язык
каждый день