Η χρυσή χήνα…

Словарик

1

Ένας ξυλοκόπος είχε τρείς γιούς. Ο πρώτος κι ο δεύτερος γιός του φαίνονταν έξυπνα παιδιά. Μα το μικρό γιο όλοι τον θεωρούσαν κουτούτσικο. Το μυαλό του δεν δούλευε γρήγορα.

Μια μέρα, ο μεγαλύτερος γιός πήγε στο δάσος να κόψει ξύλα. Καθώς λοιπόν προχωρούσε, βλέπει μπροστά του ένα γεροντάκο. Και λέει ο γεροντάκος στο παιδί: “Κάλο μου παλικάρι, πεινώ πολύ. Μου δίνεις κι εμένα από το κολατσιό σου?’’

2

Μα το παιδί του απάντησε άσπλαχνα: “Δεν σου δίνω. Κι εγώ πεινώ πολύ.’’
Κι άρχισε τη δουλειά του. Μα, σε λίγο, του ξέφυγε το τσεκούρι και του πληγώνει το χέρι. Γύρισε λοιπόν σπίτι, με δεμένο το χέρι και χωρίς ξύλα.

Την άλλη μέρα, πάει κι ο δεύτερος γιός στο δάσος. Βλέπει τον ίδιο γεροντάκο. Του ζητά ο γεροντάκος λίγο από το κολατσιό του. Ούτε όμως κι αυτός του έδωσε. Σε λίγο, λαβώθηκε κι αυτό το παιδί από το τσεκούρι του.

 

3

Την παράλλη μέρα, ζητά ο τρίτος γιός από τον πατέρα να πάει κι αυτός στο δάσος. Στην αρχή, ο πατέρας του δεν τον άφησε. “Είσαι κουτός’’, του είπε. “Πώς θα καταφέρεις να κόψεις ξύλα?’’
Μα, με τα πολλά παρακάλια, στο τέλος τον άφησε.

Ο μικρός πήγε κι αυτός στο δάσος. Και να, βλέπει το νηστικό γεροντάκο.
Ο γεροντάκος του ζητά λίγο προσφάι.
“Μετά χαράς να σου δώσω, παππούλη’’, του λέει το παιδί.

4

Κάθισαν λοιπόν κι οι δύο κι έφαγαν με όρεξη. Μα τι περίεργο! Όσο κι αν έτρωγαν το κολατσιό δεν λιγόστευε! Τότε, ο μικρούλης γιός του ξυλοκόπου κατάλαβε. Εκείνος ο γεροντάκος ήταν κάποιος καλός μάγος. Αλλιώς, δεν εξηγιόταν αυτό το θαύμα.

“Παιδί μου θα σε πληρώσω για το καλό που μου έκανες’’, του λέει ο γεροντάκος. “Πήγαινε και σκάψε κάτω από κείνο το δέντρο.’’
Και λέγοντας αυτά ο καλός μάγος, έγινε ξάφνου άφαντος. Το παιδί πηγαίνει και σκάβει κάτω από το δέντρο.

Και τι βρίσκει, θαρρείς? Μια χρυσή χήνα!
Το φως του ήλιου, πέφτοντας πάνω της, την έκανε να λάμπει ολόκληρη.
Ο μικρούλης έμεινε θαμπωμένος. Ύστερα ο τρίτος γιός του ξυλοκόπου πήρε την χρυσή χήνα κάτω από την μασχάλη του κι έφυγε.
Αλλά δεν γύρισε στο σπίτι του. Πήγε να βρει την τύχη του.

5

Καθώς βασίλευε η μέρα, βλέπει ένα χάνι. “Ας μπω εδώ’’, λέει, “για να περάσω την νύχτα μου’’.
Χτύπησε την πόρτα. Του άνοιξαν. Και μπήκε στο χάνι.

Ο άνθρωπος που είχε το χάνι, είχε και τρείς κόρες. Αυτές, σαν είδαν την χρυσή χήνα, είπαν μέσα τους η κάθε μια: “Ω, ας είχα κι εγώ λίγα από τα χρυσά πούπουλα της!’’
Και κάθε μια τους αποφάσισε να κλέψει λίγα πούπουλα χήνας.
Το παιδί, αφού απόφαγε, πήγε να κοιμηθεί. Πριν πλαγιάσει, άφησε την χήνα του πάνω σ’ ένα τραπεζάκι.

Σε λίγο, μπαίνει αθόρυβα στην κάμαρα η πρώτη κόρη.
Βλέπει τη χήνα. Απλώνει το χέρι.....Μα, μόλις την αγγίζει, το κορίτσι μένει ακίνητο. Σαν να μαρμάρωσε! Μπαίνει ύστερα κι η δεύτερη κοπέλα. Βλέπει την αδερφή της ακίνητη. Κάνει να την αγγίξει και μένει κι αυτή τότε σαν μαρμαρωμένη. Το
Ίδιο, σε λίγο, έγινε και με την Τρίτη αδερφή.

6

Την άλλη μέρα, πριν φέξει, ενώ ακόμα ήταν σκοτάδι σηκώνεται ο γιός του ξυλοκόπου. Παίρνει τη χήνα του και βγαίνει, χωρίς να δει τις τρείς κοπέλες. Και τότε τι γίνεται? Τα τρία κορίτσια, σαν ήταν κολλημένα πίσω του, πηγαίνουν όπου πηγαίνει και αυτός. Τώρα τα ποδαράκια τους δεν ήταν καθόλου ακίνητα.

Παρακάτω, συναντά τα τέσσερα παιδιά ένας γέρος παπάς. “Ε, τι κάνετε αυτού, κοριτσάκια μου?’’ φωνάζει στις τρείς κοπέλες. “Γιατί τρέχετε πίσω απ’ αυτό το αγόρι?’’
Απλώνει το χέρι να πιάσει από το φουστάνι το τρίτο κορίτσι και κολλά κι αυτός πίσω τους.
Έτσι, οι τέσσερις έγιναν τώρα πέντε.

Να, σε λίγο κι ο καντηλανάφτης. Τρέχει να πιάσει τον παπά από το ράσο, για να τον σταματήσει. Μα, τότε κολλά κι αυτός πίσω από τον παπά. Πιο πέρα, τους βλέπουν δύο γεωργοί, που δούλευαν στο χωράφι τους. Πάνε να τους σταματήσουν, κολλάνε κι αυτοί. Έτσι έγιναν τώρα όλοι κι όλοι οχτώ.

7

Και τρέχοντας πάντα, ο ένας πίσω από τον άλλο, φτάνουν τέλος σ’ ένα ψαράδικο χωριό.
Εκεί έμενε και μια πριγκιποπούλα. Ήταν τρία χρόνια αγέλαστη. Κι ο βασιλιάς πατέρας της είχε πει: “Όποιος κάνει την κόρη μου να γελάσει του τη δίνω γυναίκα του. Και για προίκα, το μισό μου βασίλειο.’’

Σαν είδε η πριγκιποπούλα όλους αυτούς να τρέχουν, γέλασε. Ξαναβρήκε έτσι τη χαμένη της χαρά.
Στείλανε λοιπόν άνθρωπο να επί στον πατέρα της το καλό νέο.

Ο βασιλιάς ήρθε. Ρωτά την κόρη του πώς έγινε αυτό το θαύμα. Κι αυτή του μίλησε για το αγόρι και την ακολουθία του.

Τότε, ο βασιλιάς πάντρεψε την κόρη του μ’ αυτό το καλότυχο παιδί. Και του έδωσε και το μισό βασίλειο. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

 

- Τέλος -