Неправильные глаголы

ανεβαίνω – поднимаюсь

Ενεργητική φωνή

Οριστική  Изъявительное наклонение
Παρόν (Τώρα) Настоящее время
Ενεστώτας   Παρακείμενος
ανεβαίνω
ανεβαίνεις
ανεβαίνει
ανεβαίνουμε
ανεβαίνετε
ανεβαίνουν(ε)
έχω ανέβει/έχω ανεβεί/
είμαι ανεβασμένος
Παρελθόν (Πριν) Прошедшее время
Παρατατικός Αόριστος Υπερσυντέλικος
ανέβαινα
ανέβαινες
ανέβαινε
ανεβαίναμε
ανεβαίνατε
ανέβαιναν/ανέβαιναν (ε)
ανέβηκα
ανέβηκες
ανέβηκε
ανεβήκαμε
ανεβήκατε
ανέβηκαν/ανεβήκαν(ε)

είχα ανέβει/είχα ανεβεί/
ήμουν ανεβασμένος
Μέλλον (Μετά) Будущее время
Μέλλ. διαρκείας Μέλλ. απλός Συντελ. μέλλοντας
θα ανεβαίνω
θα ανεβαίνεις
θα ανεβαίνει
θα ανεβαίνουμε
θα ανεβαίνετε
θα ανεβαίνουν(ε)
θα ανέβω/θα ανεβώ
θα ανέβεις/θα ανεβείς
θα ανέβει/θα ανεβεί
θα ανέβουμε /θα ανεβούμε
θα ανέβετε/θα ανεβείτε
θα ανέβουν(ε)/ θα ανεβούν(ε)
θα έχω ανέβει/θα έχω ανεβεί
/θα είμαι ανεβασμένος
Υποτακτική   Сослагательное наклонение
Ενεστώτας Αόριστος Παρακείμενος
[να, όταν...]
ανεβαίνω
ανεβαίνεις
ανεβαίνει
ανεβαίνουμε
ανεβαίνετε
ανεβαίνουν(ε)
[να, όταν...]
ανέβω/ ανεβώ
ανέβεις/ανεβείς
ανέβει/ανεβεί
ανέβουμε / ανεβούμε
ανέβετε/ανεβείτε
ανέβουν(ε)/ανεβούν(ε)
[να, όταν...]
έχω ανέβει/ έχω ανεβεί/
είμαι ανεβασμένος
Προστακτική   Повелительное наклонение
Ενεστώτας Αόριστος  
-
ανέβαινε
-
-
ανεβαίνετε
-
-
ανέβα
-
-
ανεβείτε
-
Μετοχή
Ενεστώτας Παρακείμενος
ανεβαίνοντας έχοντας ανέβει/
έχοντας ανεβεί/
όντας ανεβασμένος

 

 

 

Греческий
язык
каждый день